Ποιοί πληρώνουν την κλιματική αλλαγή;

ΓΕΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

Οι αλλαγές που παρατηρούνται στο κλίμα με αυξανόμενη ένταση τις τελευταίες δεκαετίες προκαλούν σοβαρά προβλήματα ιδιαίτερα σε νησιωτικές χώρες του Ειρηνικού Ωκεανού, που είναι κοντά στο επίπεδο της θάλασσας. Οι χώρες αυτές αναμένεται να χάσουν μεγάλο μέρος των εδαφών του ή ακόμα και να εξαφανιστούν μέσα στις επόμενες δεκαετίες, καθώς θα είναι στο έλεος των ανερχόμενων υδάτων του ωκεανού λόγω των πάγων που λιώνουν και θα υποφέρουν από καταστροφικούς τυφώνες και θεομηνίες. Οι άνθρωποι των κρατών αυτών θα χάσουν τις περιουσίες και την εθνική κυριαρχία τους όχι από έναν ανθρώπινο εχθρό αλλά από τα στοιχεία της φύσης που έχουν αποσταθεροποιηθεί λόγω ανθρώπινων ενεργειών.

Η εκπομπή διοξειδίου του άνθρακα και άλλων “αερίων του θερμοκηπίου” είναι αυτή που κατά τους επιστήμονες ευθύνεται σε μεγάλο βαθμό για την αύξηση της μέσης θερμοκρασίας του πλανήτη περί τον ένα βαθμό Κελσίου από την έναρξη της Βιομηχανικής Επανάστασης, δηλαδή από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα. Δεν είναι μόνο τα νησιά του Ειρηνικού και της Καραϊβικής που κινδυνεύουν. Μακρές περίοδοι ξηρασίες προκαλούν ερημοποίηση και οι απότομες βροχές που κάποια στιγμή πέφτουν καταστρέφουν καλλιέργειες και παρασύρουν το γόνιμο έδαφος κάνοντας αδύνατη την επιβίωση των ανθρώπων σε μέρη της Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Ως συνέπεια αυξάνονται οι ροές των “κλιματικών προσφύγων” και δημιουργούνται εντάσεις, ακόμη και πόλεμοι σε πολλά μέρη. Σε ένα βαθμό θεωρείται ότι οι πόλεμοι στην περιοχή Νταρφούρ του Σουδάν και στη Συρία οφείλονται σε ξηρασίες και την αναγκαστική μετακίνηση πληθυσμών.

Οι χώρες της Μεσογείου, μεταξύ αυτών και η χώρα μας, θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες στις αλλαγές του κλίματος, με πολλές προβλέψεις να συγκλίνουν στο ότι θα υπάρξει αυξανόμενη ερημοποίηση, κάτι που παρατηρείται ήδη σαφώς στην Ισπανία. Η περίοδος των δασικών πυρκαγιών επεκτείνεται και οι καταστροφές, μετρούμενες ακόμα και σε ανθρώπινες ζωές, είναι όλο και πιό μεγάλες, όπως είδαμε πρόσφατα στην Αττική αλλά και την Πορτογαλία. Ακόμα και στη Σουηδία αυξάνονται οι δασικές πυρκαγιές ενώ πλημμύρες και καύσωνες πλήττουν τακτικά πλέον χώρες της Δυτικής Ευρώπης.

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΕΣ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗΣ

Οι προσπάθειες για αντιμετώπιση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής κατατάσσονται σε δυο κατηγορίες: Από τη μια είναι η αντιμετώπιση των αρνητικών επιπτώσεων με εργασίες αναχαίτισης των αναμενόμενων φυσικών καταστροφών, όπως αντιπλημμυρικά έργα, μέτρα δασοπροστασίας, αλλαγή καλλιεργειών, πληροφόρηση κι εκπαίδευση πληθυσμών σε περιοχές αυξημένου κινδύνου, κλπ. Από την άλλη είναι η καταπολέμηση των αιτίων που προκαλούν ή επιδεινώνουν την κλιματική αλλαγή, μεταξύ των οποίων η καύση ορυκτών καυσίμων για παραγωγή ενέργειας, για τις μετακινήσεις, κλπ.

Διεθνείς συμφωνίες όπως η γνωστή Συμφωνία του Παρισιού του Δεκέμβρη 2015, η οποία επιτεύχθηκε μετά από μακρόχρονες διαπραγματεύσεις στα πλαίσια των Ηνωμένων Εθνών, θέτουν κάποιους κανόνες και διασφαλίζουν ένα επίπεδο διαφάνειας σε μια προσπάθεια να αναλάβουν όλες οι χώρες το ποσοστό της ευθύνης που τους αντιστοιχεί και να δράσουν αποφασιστικά για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Έτσι η Κίνα και οι Ηνωμένες Πολιτείες, που εκπέμπουν το περισσότερα αέρια του θερμοκηπίου, έχουν προτείνει οι ίδιες τί μπορούν να κάνουν και σε ποιό διάστημα χρόνου, εθελοντικά αλλά με κάποια διεθνή εποπτεία. Ακόμη κι αυτή η χαλαρή δέσμευση όμως δεν ήταν αρεστή στον Πρόεδρο Τραμπ, που έχει ξεκινήσει τη διαδικασία αποχώρησης των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού. Οι δικαιολογίες που δίνονται γι’ αυτή την αρνητική στάση ποικίλουν από αμφισβήτηση των αιτίων ή και της ίδιας της ύπαρξης της κλιματικής αλλαγής, μέχρι την προστασία με κάθε κόστος θέσεων εργασίας στον τομέα εξόρυξης άνθρακα και άλλες ρυπογόνες βιομηχανίες.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση πρωτοστατεί στις διεθνείς δεσμεύσεις για δράση κατά της κλιματικής αλλαγής, με υψηλούς στόχους μείωσης της εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου τα επόμενα χρόνια, αύξηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, και σε μεγάλο βαθμό απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα μέχρι το 2050. Η θεωρία βέβαια είναι πιό τέλεια από την πράξη, καθώς αρκετές χώρες της ΕΕ υπολείπονται σημαντικά της επίτευξης των συλλογικών στόχων και η συζήτηση περί “πράσινης οικονομίας” και “πράσινων θέσεων εργασίας” αποδεικνύεται εν μέρει “πράσινα άλογα”, όπως λέμε στη γλώσσα μας.

ΠΟΙΟΣ ΚΕΡΔΙΖΕΙ ΑΠΟ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗΣ ΑΛΛΑΓΗΣ;

Πολλοί είναι οι καλοθελητές που σπεύδουν να ενταχθούν στον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής διαβλέποντας επιχειρηματικές ευκαιρίες, καθώς και ευκαιρίες πολιτικής ή άλλης δημόσιας διάκρισης. Δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που κάτι τέτοιο συμβαίνει στα ανθρώπινα πράγματα. Ακόμα κι αν τα κίνητρα είναι συχνά ιδιοτελή, το γεγονός ότι υπάρχει κινητικότητα και αυξημένος βαθμός δημιουργικής πρωτοπορείας είναι σημαντικό κι ελπιδοφόρο για το μέλλον. Έτσι η παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές ανεβαίνει σταθερά, με μια χώρα όπως τη Γερμανία να καλύπτει κάποιες ώρες με δυνατό αέρα και ήλιο το σύνολο των αναγκών της από ανανεώσιμες πηγές. Υπάρχουν βέβαια προβλήματα αποθήκευσης και διακίνησης του πλεονάσματος της ενέργειας τις ώρες αιχμής για χρησιμοποίηση σε ώρες που η παραγωγή δεν επαρκεί, αλλά η τεχνολογία συνεχώς βελτιώνεται και οι τιμές των φωτοβολταϊκών και των ανεμογεννητριών πέφτουν.

Κατά πόσον όμως ωφελείται ο μέσος πολίτης από αυτές τις εξελίξεις είναι διαφορετική υπόθεση. Είδαμε κι ακόμα βλέπουμε τις αντιδράσεις στη Γαλλία από την κυβερνητική απόφαση να επιβάλει επιπλέον φόρο στα καύσιμα για τα αυτοκίνητα. Πολλοί άνθρωποι που ζουν στα όρια της φτώχειας στην επαρχία το είδαν ώς μετωπική επίθεση και σπρώξιμο προς την εξαθλίωση. Ακόμη κι αν θεωρήσουμε ότι οι προθέσεις της κυβέρνησης ήταν ειλικρινείς και σκόπευαν όντως να αποθαρρύνουν τη χρήση μεταφορικών μέσων που παράγουν διοξείδιο του άνθρακα, η αψυχολόγητη επιβολή του μέτρου επί “δικαίων και αδίκων”, ή μάλλον φτωχών και πλούσιων, είχε ως κύριο αποτέλεσμα την εξέγερση των καταφρονημένων και τη δημιουργία του κινήματος των “κίτρινων γιλέκων”, χωρίς να ωφελήσει τελικά τον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής. Επίσης οι αντιδράσεις σε προσπάθειες κλεισίματος ανθρακωρυχείων στην Πολωνία και άλλες χώρες, ακόμη και στις λιγνιτοπαραγωγές περιοχές της Ελλάδας, δείχνει ότι οι οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις από μέτρα για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής είναι αρκετά περίπλοκες και άπτονται θεμάτων “κλιματικής δικαιοσύνης” και ελεγχόμενης μετάβασης που θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη αν είναι να ευοδωθούν οι προσπάθειες.

ΕΙΝΑΙ Η ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ;

Ήδη είναι σαφές από τα παραπάνω ότι ακόμα κι αν η κλιματική αλλαγή γίνεται αντιληπτή μέσω έντονων φαινομένων στο περιβάλλον, στη βάση της οφείλεται σε οικονομικούς και κοινωνικούς παράγοντες και μόνο με αντίστοιχους τρόπους μπορεί να αντιμετωπιστεί. Απαιτείται μια δραστική αλλαγή στον τρόπο που λειτουργεί η οικονομία, με έμφαση σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και σε προϊόντα με χαμηλό “ανθρακικό αποτύπωμα”, που κατά τη δημιουργία / κατασκευή τους δηλαδή εκπέμπονται μικρές έως μηδενικές ποσότητες αερίων του θερμοκηπίου. Επίσης απαιτούνται λιγότερες μετακινήσεις με μέσα που καίνε ορυκτά καύσιμα, σταδιακή εξάλειψη της χρήσης πλαστικών, κυκλική οικονομία με επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση προϊόντων.

Όλα αυτά για να εφαρμοστούν απαιτείται αλλαγή του τρόπου ζωής κάθε ενός από εμάς και ανάληψη προσωπικής ευθύνης μέσα από τις επιλογές προϊόντων που αγοράζουμε, τις μετακινήσεις και ακόμα τη διατροφή μας, με τη μείωση της κατανάλωσης κρέατος που χρειάζεται πολλή ενέργεια και νερό για την παραγωγή και διάθεσή του, καθώς και την αγορά κατά προτεραιότητα τροφίμων που παράγονται σε κοντινή απόσταση και όχι για παράδειγμα φρούτα από την άλλη άκρη του κόσμου, βοηθώντας έτσι και τους τοπικούς παραγωγούς.

Είμαστε έτοιμοι για κάτι τέτοιο; Δυστυχώς, η κλιματική αλλαγή δεν μας ρωτάει και δεν υπακούει στις εντολές μας, ακόμη κι αν ο Πρόεδρος Τραμπ ή άλλοι λαϊκιστές ηγέτες βάλουν το θέμα σε δημοκρατικό δημοψήφισμα και το κερδίσουν. Οι ψηφοφορίες και οι διάλογοι μπορεί να είναι βασικά εργαλεία δημοκρατικής διακυβέρνησης αλλά τα αποτελέσματά τους δεσμεύουν μόνο τους ανθρώπους και όχι τον πλανήτη. Εκεί θα πρέπει να βρούμε μια χρυσή τομή μεταξύ διεκδικήσεων και πρακτικών αναγκών, και να κάνουμε αν όχι απότομα κι απόλυτα έστω σταδιακά και εν μέρει προσαρμογές στη συμπεριφορά μας, ως πολίτες και ώς καταναλωτές.

Αυτό δεν χρειάζεται να οδηγήσει σε πτώση του βιοτικού επιπέδου αλλά σε μια διαφορετική αξιολόγηση των προτεραιοτήτων μας. Δικαιούμαστε βέβαια και θα πρέπει να επιμείνουμε ώστε το σχετικό νομικό πλαίσιο να διευκολύνει τέτοιες προσαρμογές και μεταβάσεις, επιβραβεύοντας θετικές πρακτικές και αποθαρρύνοντας αρνητικές, αποζημιώνοντας ή/και εκπαιδεύοντας όσους πλήττονται περισσότερο από τις αλλαγές, ενώ συγχρόνως θα εγγυάται ότι οι λιγότερα έχοντες δεν θα πληγούν δυσανάλογα ή εξίσου με τους πολλά έχοντες.

Leave a Reply

Your e-mail address will not be published. Required fields are marked *